kallivoka

Face to face με τον Βαγγέλη Γεροβασιλείου


  • Τα αμπέλια είναι η μεγάλη του αγάπη

    Τα αμπέλια είναι η μεγάλη του αγάπη

Το «βασίλειο» του βρίσκεται στην Επανομή έξω από Θεσσαλονίκη όπου τα 460 στρέμματα  αμπελιών απλώνονται στον λόφο, στοιχισμένα σαν με υποδεκάμετρο, ζωηρά, φροντισμένα. Περνώντας μέσα από τον κήπο για να μπεις στο οινοποιείο η μύτη γεμίζει ευωδιές από τα μυρωδικά. Είναι Σάββατο πρωί και έχουμε κανονίσει να συναντηθούμε για να κάνουμε μαζί μια βόλτα στο καινούργιο Μουσείο.
Ο Βαγγέλης Γεροβασιλείου είναι από τους καλύτερους και σοβαρότερους οινοπαραγωγούς- οινολόγους στην Ελλάδα. Αλλά αυτό το ξέρουν σχεδόν όλοι.  Εκείνο που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι ότι εκτός όμως από την αγάπη του για το κρασί  ο κύριος Γεροβασιλείου είναι παθιασμένος συλλέκτης ανοιχτηριών και αντικειμένων του κρασιού αλλά και ένας bonviveur, ταξιδευτής, λάτρης  του φαγητού και της γαστρονομίας, γλεντζές, καλός και ευχάριστος φίλος. Επίσης λίγοι γνωρίζουν ότι αν είναι οινοπαραγωγός αυτή της στιγμή  το οφείλει στο ποδόσφαιρο! «Ήθελα να γίνω Πολιτικός Μηχανικός. Όμως πριν τις εξετάσεις είχα ένα ατύχημα παίζοντας ποδόσφαιρο και έμεινα 3-4 μήνες με πατερίτσες, δεν κατάφερα να κάνω την προετοιμασία που απαιτείτο τότε για το Πολυτεχνείο. Έβαλα λοιπόν σαν πρώτη επιλογή τη Γεωπονική ξέροντας ότι θα πετύχω σίγουρα. Αν και μου άρεσε η Γεωπονία ήθελα κάτι παραπάνω. Έτσι όταν έμαθα ότι στο Bordeaux υπήρχε η καλύτερη σχολή για το κρασί έβαλα πλώρη για εκεί. Και μόλις είδα εκεί τον κόσμο του κρασιού, αμέσως τον ερωτεύτηκα.»  Στην συνέχεια επιστρέφοντας στην Ελλάδα βρέθηκε στον Καρρά, το μεγαλύτερο Κτήμα στην Ελλάδα  όπου και έμεινε για 23 τρύγους.  Ήταν από το 1993 που άρχισε να φυτεύει και τα δικά του αμπέλια παράλληλα με τη δουλειά στον Καρρά, μέχρι που κάποια χρόνια μετά ασχολήθηκε αποκλειστικά με το δικό του οινοποιείο.
Πριν μπούμε στο οινοποιείο κάνουμε μια βόλτα γύρω από το κτίριο. Νιώθω το αεράκι να μου χαϊδεύει το πρόσωπο και αυθόρμητα τον ρωτώ πώς αισθάνεται  όταν περπατάει  ανάμεσα στα αμπέλια του. «Κάθε μέρα το απόγευμα περπατάω παρέα με τα σκυλιά μου στα αμπέλια και κάθε μέρα τσιμπιέμαι έτσι όμορφα που είναι.  Απολαμβάνω απίστευτα αυτή την βόλτα γιατί αισθάνομαι κάτι μοναδικό που  δε μπορώ να το μεταδώσω. Είναι μάλλον κάτι εσωτερικό που νοιώθω εγώ βλέποντας τα.» λέει με ένα χαμόγελο αυτοεκπλήρωσης που με κάνει να αναρωτηθώ αν αισθάνεται ότι εκπλήρωσε τα όνειρα που είχε όταν ήταν 20 χρονών. «Σαν στόχο είχα να κάνω έναν αμπελώνα. Ολοκληρώθηκε. Να κάνω μία οικογένεια. Ολοκληρώθηκε. Ήταν θέμα τύχης, επιμονής κι υπομονής. Αυτή τη στιγμή νοιώθω ολοκληρωμένος και τυχερός. Δεν έχω άλλες απαιτήσεις, μεγάλες. Να διατηρήσω και να βελτιώσω αυτά που έχω και τα παιδιά μου να μεγαλώσουν και να κινηθούν σε σωστό δρόμο. Όχι απαραίτητα στον ίδιο δρόμο, αλλά σε σωστό.» απαντά.   Με τη γυναίκα του την Σόνια είναι μαζί 25 χρόνια. «Στο Οινοποιείο εκείνη είναι το αφεντικό στα οικονομικά» λέει καμαρώνοντας. «Ο μεγάλος μου γιός ο Αργύρης είναι 4ετής φοιτητής γεωπονίας, η κόρη μου η Μαριάνθη είναι στη 2α Λυκείου και μάλλον θα σπουδάσει Ιστορία της Τέχνης και η Βασιλική είναι 3η Γυμνασίου κι από τώρα έχει εντυπωσιαστεί με το χώρο του κρασιού και θέλει να σπουδάσει Διοίκηση Επιχειρήσεων». Τον ρωτώ αν η γυναίκα του  αγαπούσε το κρασί πριν τον  γνωρίσει;
«Όχι! Αγαπούσε πάρα πολύ το γάλα. Ο πατέρας της ήταν τυρέμπορος.»λέει πάλι γελώντας.
Σχολιάζω ότι χαίρομαι που ακούω ότι δεν είναι παθιασμένος μονάχα με την επαγγελματική επιτυχία. « Ποτέ δεν ήμουν. Και με την αμπελουργία δεν ασχολήθηκα μόνο για “βιοποριστικούς λόγους”. Περισσότερο από  αγάπη και τελικά όλη μου η ζωή κινείται γύρω από το κρασί. Ο κόσμος που ζω είναι μυθικός, δε μπορώ να σας τον μεταφέρω. Γιατί το κρασί μας έφερε γνωριμίες, φίλους. Παρότι ζούμε στο χωριό έχουμε φίλους σε ολόκληρο τον κόσμο. Πέρυσι δεχτήκαμε καμιά 700αριά ξένους στο μουσείο μας που στη συνέχεια τους κατευθύναμε να πάνε λ.χ. στη Βεργίνα για να μπορέσουν να γνωρίσουν την πραγματική διάσταση του ελληνισμού και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη  και τη Χαλκιδική για να μπορέσουν να γνωρίσουν και τις ομορφιές της Ελλάδας. Η Ελλάδα μας δεν είναι αυτή η μιζέρια που βλέπουμε αυτή την περίοδο στην τηλεόραση, έχουμε μία τεράστια ομορφιά και κουλτούρα, στοιχεία που πρέπει να τα αναδεικνύουμε και να τα δείχνουμε συνεχώς». Νιώθω τσιμπηματάκια όμορφης ζήλειας με αυτά που ακούω και του ζητώ να μου περιγράψει μια συνήθη ημέρα του.  Λαμπερός γεμάτος μου εξηγεί ότι  ξυπνάει νωρίς κατά τις 6:45 και σε δέκα λεπτά είναι στο Οινοποιείο.  Με ένα καφέ φίλτρου ξεκινά με τις δουλειές του Οινοποιείου Στις 8:00 βλέπει την ηλεκτρονική αλληλογραφία. « Έχει γίνει ένας βραχνάς» σχολιάζει  και μετά συνεχίζει με δουλειές που έχουν να κάνουν με το κρασί και το αμπέλι. Καθημερινά έχει αλληλογραφία με το Βασίλη Τσακτσαρλή από τη Βιβλία Χώρα, «όπου πάω μία φορά την εβδομάδα ή το πολύ ανά δέκα ημέρες» σχολιάζει - ενώ μετά τις 12:00 δέχεται επισκέψεις φίλων, όπως λέει. «Πολλοί από αυτούς είναι φερέλπιδες οινοποιοί.  Η περιοχή μας μόνο, έχει 27 μικρά Οινοποιεία αυτή τη στιγμή. Για μεσημεριανό ή πηγαίνω στη μάνα μου που μαγειρεύει καθημερινά (αγαπημένα του φαγητά είναι το Τουρλού κι οι μελιτζάνες Ιμάμ), ή εάν έχω καλεσμένους τρώμε έξω. Κατά μέσο όρο, τρώω πέντε με έξι φορές την εβδομάδα ψάρι.  Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια κάνει τρεις φορές την εβδομάδα μάθημα Αγγλικών. «Κάθε Τρίτη και Πέμπτη έρχεται ένας φίλος μου, ο γιατρός  ο Ντούσης και μαζί κάνουμε την κατάταξη των ανοιχτηριών. Δουλειά ιδιαίτερα χρονοβόρα. Σε 2 -3 χρόνια που θα έχει τελειώσει η δουλειά θα εκδώσουμε ένα βιβλίο».
 Όμορφη καθημερινότητα σκέπτομαι και τον ρωτώ πως διασκεδάζει. Βλέπω το βλέμμα του να λάμπει «Εδώ έχουμε μία τρελοπαρέα. Τώρα που ζεσταίνει ο καιρός πάμε (κάθε Παρασκευή ή και Σάββατο) σε μία καντίνα που την έχει ένας φίλος και την ονομάζουμε Αναμνήσεις. Εγώ φέρνω από το Οινοποιείο ποτήρια Riedel και κρασιά, εκείνος έχει δίχτυα και πιάνει φρέσκα ψάρια, καθόμαστε όλη μέρα σε αυτό το μέρος που δεν έχει ούτε ρεύμα, ούτε ψυγείο κι εμείς τρώμε ολόφρεσκο ψάρι και πίνουμε κρασί σε Riedel ποτήρια με θέα τον Όλυμπο απέναντι. Αυτό είναι κάτι μοναδικό, δε μπορώ να σας το μεταφέρω, αλλά όσοι το έχουν ζήσει, πραγματικά τρελαίνονται.  Παρασκευή και Σάββατο βράδυ πάμε στην πόλη (Θεσσαλονίκη) ή Κινηματογράφο ή Θέατρο. Έχω όμως και πολλούς φίλους καλλιτέχνες κυρίως τραγουδιστές. Οι καλλιτέχνες αγαπούν το κρασί. Έρχεται εδώ συνεχώς ο Μανώλης ο Ρασσούλης, ο Μητσιάς, ο Σαββόπουλος, ο Παπάζογλου ο οποίος είναι και συνάδελφος παραγωγός. Με όλους αυτούς οργανώνουμε τακτικά κάποια φιλολογικά βραδινά, έτσι τα λέμε, που ουσιαστικά είναι κρασο-τραγουδο-κατάνυξη. Τραγουδάμε υπέροχα κι οι βραδιές αυτές- που πολλές φορές είναι κι απρογραμμάτιστες- είναι φανταστικές. Είναι αυθεντικές, ατόφιες, από την ψυχή και τελικά περνάς τόσο ωραία. Κι ο καλλιτέχνης αλλιώς τραγουδάει στο μαγαζί κι αλλιώς τραγουδάει στην παρέα.»
«Αυτό εξηγεί και την κιθάρα που είδα πίσω από την προθήκη;» του σχολιάζω.
«Έχουμε πιάνο, λίρα και κιθάρες – για κάθε ενδεχόμενο. Αυτά προέκυψαν κατόπιν εμπειριών, διότι πολλές φορές το όργανο είναι προβοκάτορας του τραγουδιστή. Αρχικά λέει ‘δεν θα τραγουδήσω’ και μόλις ακούσει λίγο την κιθάρα να παίζει, κατευθείαν ανοίγεται. Τα μουσικά όργανα για τους τραγουδιστές είναι  ότι είναι το κρασί για τον άνθρωπο».
Η ώρα έχει αρχίσει να περνά και αποχωριζόμαστε την θέα τον αμπελώνων για να με ξεναγήσει στο καινούργιο μουσείο του. Σήμερα η συλλογή αριθμεί 2600 κομμάτια ενώ από το εντυπωσιακό μουσείο τον τελευταίο χρόνο έχουν περάσει
περισσότερα από 11.500 άτομα, τα περισσότερα από τα οποία έχουν έρθει μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα Βλέπω στο ισόγειο ένα καταπληκτικό μικροσκοπικό πολύ κομψό  ανοιχτήρι. «Τα πρώτα ανοιχτήρια ήταν γυναικεία» μου εξηγεί. Τα χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για να ανοίγουν τα μπουκαλάκια με το άρωμα.» Αναρωτιέμαι από πού κόλλησε το μικρόβιο του συλλέκτη «Θα ήταν γύρω στο 1980 όταν είχα πάει σ’ ένα εστιατόριο στην Βιέννη που στην είσοδο είχε μια μικρή συλλογή από ανοιχτήρια, η οποία με εντυπωσίασε.  Άθελα μου είχα ήδη συλλέξει κάποια ανοιχτήρια από διάφορα παλιατζίδικα και αυτή η βιτρίνα μου έδωσε την ιδέα να ξεκινήσω μία σοβαρή συλλογή – αφού είχε και σχέση με το αντικείμενο της  δουλειάς μου- και έτσι άρχισα ένα ανελέητο κυνηγητό στα παλιατζίδικα για ανοιχτήρια. Κάθε μέρα αγοράζω και κάποιο. Χθες για παράδειγμά αγόρασα τέσσερα» μου εξηγεί. Περπατώ στο μουσείο και χαζεύω του αρχαίους αμφορείς, το πρώτο μπουκάλι που κυκλοφόρησε ποτέ τα τραπέζια με τα ταξινομημένα ανοικτήρια. Μεγάλα, μικρά, περίτεχνα, από ατσάλι από ελεφαντόδοντο, ασημένια, κοκάλινα, με μηχανισμό, χωρίς. Καταπληκτικά κομμάτια που θα ήθελες να περιεργάζεσαι μέρες. Κοιτώντας ένα από τα ανοικτήρια των αρχών του 18ου αιώνα, νιώθεις μια μυστήρια απορία για τον δημιουργό και τον ιδιοκτήτη. Την περίοδο της Αναγέννησης ήταν που καλαισθησία των τότε σιδηρουργών, γέννησε μοναδικά και σπάνια κομμάτια, αντικείμενα τέχνης.
Τον ρωτώ να μου υποδείξει το αγαπημένο του. Δυσκολεύεται. Κάθε ένα έχει μια ιστορία για το πώς αποκτήθηκε. Τελικά ένα από τα αγαπημένα του είναι ένα Tomason. «Πολύ σπάνιο ανοιχτήρι. Το έψαχνα περίπου 15 χρόνια.  Κάποια στιγμή το 1985 έμαθα ότι βγήκε σε δημοπρασία στην Αγγλία ένα παρόμοιο και έβαλα ένα φίλο να  παραβρεθεί με συγκεκριμένο χρηματικό ποσό προκειμένου να το διεκδικήσει για μένα.  Η τιμή εκκίνησης ήταν πενταπλάσια οπότε και παραιτήθηκα.  Το 2003 ωστόσο, ένας φίλος συλλέκτης πουλούσε ένα παρόμοιο οπότε δεδομένου ότι είχαν αλλάξει τα οικονομικά μεγέθη που μπορούσα να διαθέσω, το απέκτησα τελικά αλλά στην δεκαπλάσια τιμή πια.»
Είναι εντυπωσιακό να παρακολουθείς τις διαφοροποιήσεις, ευρηματικότητα και εξυπνάδα που πολλοί αφοσιωμένοι εφευρέτες αφιέρωσαν  για να απομακρύνουν έναν επίμονο φελλό. Ξεφυλλίζοντας τις σελίδες μιας μεγάλης συλλογής βιβλίων για συλλέκτες ανοικτηριών διαβάζω κάτι που ο Edgar Frank αναφερόμενος σε ένα ανοικτήρι έγραψε το 1950«…φέρει μέσα του την αγάπη αυτού που το επινόησε και το δημιούργησε, την προσωπικότητα αυτών που το χρησιμοποίησαν. Μοιράστηκε τις χαρές, τις λύπες, τις στενοχώριες, τις περιπέτειες πολλών ανθρώπων και έτσι απέκτησε δική του προσωπικότητα’. Τότε ήταν που ένιωσα περισσότερο, το πάθος του Βαγγέλη Γεροβασιλείου για καθένα κομμάτια της συλλογής του.

Κατευθύνομαι λίγο προς την άκρη του μουσείου όπου  υπάρχει μία τζαμαρία που επιτρέπει την οπτική πρόσβαση στα κελάρια που παλαιώνουν τα κρασιά στα βαρέλια. Ο χώρος λούζεται διαρκώς από ένα απόκοσμο υπογάλαζο φως που δημιουργεί μία μαγική αίσθηση. « Λένε ότι πολλές φορές το κρασί μοιάζει με τον οινοπαραγωγό του. Σας μοιάζει το δικό σας κρασί και με ποιόν τρόπο;» τον ρωτώ
«Το δικό μου κρασί με εκφράζει γιατί έχει κι αυτό τα χαρακτηριστικά της ξεγνοιασιάς και της αισιοδοξίας που με χαρακτηρίζουν και εμένα ως άνθρωπο. Και στα χειρότερά μου λέω πως όλα θα πάνε καλά και αυτό συμβαίνει. Αυτό το πράγμα το εκφράζω απόλυτα μέσα από το λευκό μου κρασί. Το κόκκινό μου  είναι λίγο πιο σκεπτικιστικό – εκφράζει την άλλη μου πλευρά- βέβαια δεν έχω πετύχει ακόμη το καλύτερο κρασί αλλά προσπαθώ.»  Ακούγοντάς τον, κοιτώντας τον βλέπω ένα άνθρωπο με ανοικτό μυαλό, κοσμοπολίτη, ταξιδευτή της ζωής.
«Ταξιδεύετε;» τον ρωτώ αυθόρμητα.  
«Πολύ! Και λόγω δουλειάς και λόγο παρέας. Έχω φίλους που παθιαζόμαστε με τη γαστρονομία και συνδυάζουμε ταξίδια πολιτιστικά και γαστρονομικά.» Αναρωτιέμαι ποια ήταν η πιο δυνατή εμπειρία που είχε σε εστιατόριο εκτός Ελλάδος; «Ήταν ένα δείπνο στο elBulli αλλά πριν αυτό γίνει γνωστό.  Όταν είχαμε πάει με τον κο. Κούκη πριν από 15 χρόνια δε το γνώριζε κανείς» Θέλω να μάθω και  ποια πόλη τον εντυπωσιάζει περισσότερο.  «Τα περισσότερα εστιατόρια κι οι περισσότερες τάσεις τώρα είναι στο Λονδίνο. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δε βρίσκεις φοβερά εστιατόρια και σε άλλα μέρη του κόσμου. Αλλά η πόλη που θέλω πάντα να επιστρέφω είναι το Μιλάνο και η Βαρκελώνη.  Εκεί δεν υπάρχει στασιμότητα.». Και η αιώνια διαμάχη, Θεσσαλονίκης- Αθήνας; «Η Αθήνα είναι μεγαλούπολη. Έχει προχωρήσει πάρα πολύ αλλά έχει γίνει συγχρόνως κι απάνθρωπη. Έχει βέβαια καταπληκτικό πολιτιστικό κέντρο.» λέει. «Η Θεσσαλονίκη από την άλλη  είναι πιο μικρή, πιο άνετη, σχεδόν όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, είναι πιο ανθρώπινη, έχει πιο ωραία εστιατόρια, πιο καλά κρασιά (γελάει) και πιο καλούς ανθρώπους γιατί είναι ντόπιοι κι εδώ η ανθρωπιά έχει ένα Μικρασιατικό και Ποντιακό στοιχείο, που έχει  περάσει και έχει ζυμωθεί στο DNA των ανθρώπων. Το αρνητικό που βρίσκω είναι στη νοοτροπία των ανθρώπων να μοιρολατρούν και να κλαίγονται, αντί να παίρνουν οι ίδιοι την τύχη της πόλης στα χέρια τους και αντί να την πάνε μπροστά να κλαίγονται ότι είναι έρμαια των Αθηνών, πράγμα που δεν ισχύει.» Του ζητώ να μου προτείνει εστιατόρια «Στην Επανομή πάμε στον Λώρη στη Ρετζίκα, το Αγνάντι, τα Πεύκα στη Μηχανιώνα, είναι εξαιρετικά. Η Μαρίνα στην Ποτίδαια. Ο Βαλαωρίτης και ο Γλυκάνισος στην Θεσσαλονίκη. Βέβαια το ψάρι έχει γίνει ένα είδος πολυτελείας, που δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Άλλες πολύ καλές ψαροταβέρνες στη Θεσσαλονίκη είναι ο Τάσσος και η Μαύρη Θάλασσα, ο Αχινός το Ουζερί το “Λεπέν”. Στην Αθήνα με συγκινεί ο Λαζάρου, γιατί αναδεικνύει την Ελληνική κουζίνα. To Milos είναι εξαιρετικό εστιατόριο, αλλά για διεθνή κουζίνα η Σπονδή είναι με διαφορά το καλύτερο, δεν το συζητάμε». Δεν είχα σκεφτεί πως είναι να τρως μαζί με ένα οινοπαραγωγό που τα κρασιά του υπάρχουν παντού «Πώς αισθάνεστε όταν βγαίνετε έξω με φίλους και εκείνοι  παραγγέλνουν άλλα κρασιά από τα δικά σας; «Οι παρέες με αφήνουν πάντα να επιλέγω εγώ το κρασί κι αυτό με φέρνει σε πολύ δύσκολη θέση. Επιμένω να παραγγείλουμε κάποιο άλλο αλλά δυστυχώς όλοι θεωρούν ότι όταν είμαστε μαζί πρέπει να πιούμε ‘Γεροβασιλείου’. Ευτυχώς που υπάρχει κι η Βιβλία Χώρα και μπορώ να παραγγείλω κάτι άλλο. Εγώ γενικά είμαι της άποψης ότι πρέπει να δοκιμάζουμε όλα τα κρασιά για να έχουμε άποψη! Θεωρώ ότι οι παραγωγοί που πίνουν μόνο το δικό τους κρασί δείχνουν υπέρμετρο εγωισμό και δε βελτιώνονται.» Μου λέει ότι τα κρασιά που αγαπά εκτός από τα δικά του είναι το λευκό του Σιγάλα ή του Αργυρού (Ασσύρτικο) και κόκκινο του Κατσαρού ή του Μερκούρη. ‘Όσον αφορά το εξωτερικό τώρα, το καλύτερο κρασί που έχει πιει είναι του Chateau Le Pin στο Bordeaux. Πρόκειται για ένα μικρό παραγωγό  που έχει ένα οινοποιείο που είναι σαν αποθήκη με 5000 μπουκάλια ετησίως. Αλλά έχει πιει και άλλα εξαιρετικά κρασιά. Κάποιες παλιές κόκκινες Βουργουνδίες του ανέτρεψαν τα πιστεύω του, για το ότι τα κρασιά του Bordeaux αντέχουν στο χρόνο περισσότερο, μου εξηγεί. «Τελικά οι Βουργουνδίες αντέχουν περισσότερο. Έχω στην κάβα μου Βουργουνδίες του ’40 και του ’42 που συγκρίνοντάς τες με τα αντίστοιχα Margot προκύπτει πως κρατούν καλύτερα. Από τους νεότερους παραγωγούς εκτιμώ πολύ τον Gaya. Έβγαλε ορισμένα πολύ καλά κρασιά, αλλά τελευταία έγινε πολύ εμπορικός και διαφωνώ μ’ αυτό.» Μου έρχεται στο μυαλό η κλασική ερώτηση με ποιον επώνυμο θα ήθελε να δειπνήσει. «Είχα μιλήσει κάποτε με το Ζισκάρ ντ’ Εστέν. Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτός ο άνθρωπος τόσο που θα ήθελα να τον ξανα-συναντήσω. Είχε έρθει στο Porto Carras μερικές μέρες μετά την εκλογική του ήττα. Έμεινε για μία εβδομάδα και για κάθε ημέρα έπαιζε τένις κι ερχόταν και δοκίμαζε κρασιά. Ήξερε και λίγα ελληνικά και μου έκανε εντύπωση πόσο καλά γνώριζε την ιστορία της Ελλάδας. Αλλά είχε και μία απίστευτη οινική κουλτούρα. Γενικά πιστεύω ότι είναι πολύ ενδιαφέρον να συναντήσεις και να μιλήσεις με ανθρώπους “μεγάλους” που διοίκησαν υπερδυνάμεις. Περισσότερο όμως θα ήθελα να μου δινόταν η ευκαιρία να μιλήσω με διανοούμενους ή συγγραφείς. Σίγουρα θα έχουν πράγματα να πουν»
Η ώρα όμως έχει περάσει και ήδη περιμένει την επίσκεψη για μια γευσιγνωσία ενός club οινόφιλων. Στα γρήγορα του ζητώ να δώσει συστάσεις  στους Έλληνες που  θα επισκεφθούν την Νότια Αφρική (ο ίδιος μαζί με άλλους δύο έλληνες έχουν ένα οινοποιείο στο Stellenbosch έξω από το Cape Town) .
“Ας ξεκινήσουμε με το τι θα πιουν. Η Νότιος Αφρική έχει εξαιρετικά κρασιά σε λογικές τιμές. Να προτιμήσουν τα κόκκινα που παράγονται στην περιοχή γύρω από το Stellenbosch. Η περιοχή της Constantia έχει τα πιο καλά γλυκά και τα πιο καλά λευκά κρασιά.  Στα εστιατόρια χρεώνουν μόνο 50% επάνω στο κρασί, κατά συνέπεια οι τιμές είναι καλές. Ταυτόχρονα η ζωή εκεί είναι κατά 50% φθηνότερη απ’ ότι στην Ελλάδα. Όσον αφορά στο φαγητό, έχουν πολύ καλά κρέατα, έχουν και ψάρια, αλλά είναι άνοστα. Έχουν  ακόμη αστακούς και καραβίδες σε πολύ καλές τιμές (από 12€ έως 19€ το κιλό ψημένα), αλλά τα φτιάχνουν με πολύ βούτυρο και σκόρδο για να τα νοστιμίσουν. Θα εντυπωσιαστούν από το γεγονός ότι παντού σαν πρώτο πιάτο θα βρίσκουν Greek Salad. Τουριστικά τώρα, αξίζει να επισκεφθούν το Krouger Park και το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας που είναι κάτι μοναδικό. Εάν μάλιστα το πετύχουν χωρίς ομίχλη η αίσθηση είναι απίστευτη. Θα δουν και πιγκουίνους. Και φυσικά αξίζει να επισκεφτούν και τα Οινοποιεία του Stellenbosch. Γενικά πάντως θα πρέπει να φροντίσουν λίγο την ασφάλειά  τους και να κυκλοφορούν σε παρέες γιατί υπάρχουν συμμορίες που ληστεύουν ομαδικά.
Είναι ώρα να φύγω. Αποχαιρετιζόμαστε λέγοντας ότι θα βρεθούμε σε μια ταβέρνα που του πρότεινα στην Αθήνα. Φεύγω και η καρδιά μου είναι γεμάτη από την συνάντησή μου μ' έναν «γεμάτο» άνθρωπο . Φέρνω στο μυαλό τα λόγια που μου είπε λίγο πριν. « Τελικά ο κόσμος του κρασιού είναι διαφορετικός. Πιο ανοιχτός, πιο ελεύθερος, πιο γλεντζές και μέσω του κρασιού γνωρίζεις τους πραγματικούς χαρακτήρες των ανθρώπων και βλέπεις ποιοι σου ταιριάζουν και ποιοι σου πάνε. Και να σας πω και κάτι; Εάν με ρωτούσαν μετά από τόσα χρόνια ποιο είναι το κέρδος που είχα θα έλεγα ότι είναι όλοι αυτοί οι φίλοι που έκανα σ’ αυτή τη ζωή»

 

 


Tags: Βαγγέλης Γεροβασιλείου, μουσείου κρασιού, Επανωμή, κρασί, Ντένη Καλλιβωκά

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)