kallivoka

Τι λένε οι ξένοι για την ελληνική κουζίνα


Όλα ξεκίνησαν μερικά χρόνια πριν, όταν ο απόφοιτος του Harvard και κριτικός γεύσης της Αμερικάνικης «Vogue» Jeffrey Steingarten στο βιβλίο του «A man who ate everything» τοποθετεί τη ρετσίνα και τη φέτα στην κατηγορία «food phobias» και αναφέρει ότι οι Έλληνες ήταν καλοί μόνο στην προσωκρατική φιλοσοφία και τα μαρμάρινα αγάλματα, αλλά έπαψαν να είναι καλοί μάγειρες από τον 5 π.Χ. αιώνα, όταν οι Συρακούσες ήταν η γαστρονομική πρωτεύουσα του κόσμου.

Το τελειωτικό χτύπημα, όμως, ήρθε, όταν στο Εδιμβούργο αγόρασα από τα Waterstones το καινούργιο βιβλίο του AA Gill, κριτικού γεύσης των «Sunday Times», «Table Talk». O ΑΑ Gill γράφει απίθανα, αλλά δεν φημίζεται για την γλυκύτητά του. Είναι κυνικός, καυστικός, πικρός – έως και πικρόχολος. Πιστεύω, μάλιστα, ότι αν και κριτικός γεύσης, κάθε φορά που τρώει μια μπουκιά κακού φαγητού, νιώθει μια ηδονή, γιατί στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή, γεννιούνται όλες εκείνες οι καυστικές φράσεις που κάνουν το κοινό να τον λατρεύει και τους εστιάτορες να πέφτουν σε κατάθλιψη. Κι εγώ έχω διασκεδάσει απίστευτα με κείμενά του, μέχρι που στο συγκεκριμένο βιβλίο, το «Table Talk», στο κομμάτι που αναφέρεται στην Ελλάδα μού πάτησε το δικό μου… κάλο.

«Η Ελληνική αναγέννηση ήταν η πιο ουσιώδης, η πιο βαθιά στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας» αναφέρει. «Οι Έλληνες ανακάλυψαν από το τίποτα το δρόμο από το σκοτάδι στο φως, μέσα από τον οποίο βλέπουμε ακόμα». «Προσπαθήστε να φανταστείτε τον κόσμο χωρίς τους Έλληνες: αρχιτεκτονική, γλυπτική, θέατρο, ποίηση, φιλοσοφία, ιατρική…». Κάπου εδώ είμαι πλέον σίγουρη ότι κάτι δεν πάει καλά. Τόση καλοσύνη δεν είναι του χαρακτήρα του. Και η απάντηση περιμένει στη γωνία. «Έχοντας δημιουργήσει όλο τον κλασικό κόσμο, δεν βρήκαν το χρόνο να... σταματήσουν για φαγητό» γράφει κι από εκεί και πέρα αρχίζει το πανηγύρι. «Οι Έλληνες πρέπει να ήταν ιδιαίτερα αδιάφοροι με το τι έβαζαν στο στόμα τους», «…πάσχουν από τη συνθήκη “ο μπαμπάς ήταν ιδιοφυΐα, τα παιδιά ποτέ δεν θα τον φτάσουν” κι έτσι γίνονται κακότροποι, τεμπέληδες, μισογύνηδες, με μότο ζωής “όσο εσείς τρέχατε χωρίς ρούχα, οι μπαμπάδες μας έχτιζαν με μάρμαρο και είχαν στο προσκέφαλό τους την Ιλιάδα”. Και συνεχίζει «το ελληνικό φαγητό είναι απίστευτα φρικαλέο. Οι Έλληνες έχοντας εφεύρει την τραγωδία, συνέχισαν σερβίροντας τη σε χάρτινο περιτύλιγμα σε φοιτητές (αναφορά στα σουβλάκια)». Μετά, αναφέρεται στην Αγγλία, λέγοντας «Έξω από την Ελλάδα είμαστε η μόνη χώρα, που φιλοξενεί ελληνικά εστιατόρια. Ποιος είπε, λοιπόν, ότι δεν δεχόμαστε ανεπιθύμητους πρόσφυγες;». Μετά συμβουλεύει: «το ελληνικό φαγητό πρέπει να το τρως μεθυσμένος», ενώ αναφέρει ότι τα εστιατόριά μας είναι γνωστά για το σπάσιμο των πιάτων. Γιατί, θα αναρωτηθείτε εύλογα. Κι εκείνος απαντά: «Τα ελληνικά πιάτα είναι μοναδικό παράδειγμα άψυχου αντικειμένου που αυτοκτονεί από τύψεις. Δεν τα σπας. Πέφτουν μόνα τους από το τραπέζι». Και σαν ελληνικά πιάτα κάνει σύντομες αναφορές στο μουσακά, που είναι σαν shepherds pie με… πύον, ή την ταραμοσαλάτα, για την οποία αναφέρει «πρώτα της βρήκαν ένα funky όνομα και μετά έψαξαν στον πάτο των σκουπιδιών για να βρουν τι θα ήταν».


Μέχρι εδώ έως και γέλαγα. Ο καταιγισμός ωστόσο ολοκληρώνεται με τον ίδιο ν’ αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν εκείνοι οι πρόγονοι να έχουν σχέση με τους σημερινούς Έλληνες και καταλήγει στη θεωρία ότι «οι τύποι που περιφέρονται τώρα στην Ελλάδα είναι μια ομάδα Βούλγαρων, Τούρκων και Αλβανών εγκληματιών που κρατούν ομήρους τους πραγματικούς Έλληνες στην Κεφαλλονιά».
Ως πραγματική Ελληνίδα, λοιπόν, αφού έχω και κεφαλλονίτικη καταγωγή, του λέω να πάει να.... Δεν αμφιβάλω καθόλου ότι ο AA Gill μπορεί να έφαγε μουσακά που να θύμιζε πίτα με πύον σε κάποια Greek ταβέρνα. Αλλά μην τρελαθούμε. Όλα τα πράγματα έχουν ένα όριο. Δεν μπορείς να είσαι κριτικός γεύσης στη μεγαλύτερη βρετανική εφημερίδα και να δημοσιεύεις βιβλίο με κείμενο που αναφέρεται στην Ελλάδα του 1970. Δεν δικαιούσαι. Όπως δεν δικαιούσαι να κρίνεις και την κουζίνα μιας χώρας επειδή κάποια στιγμή επισκέφτηκες μια Greek ταβέρνα. Και σε παρισινό μπιστρό στο Quartier Latin να πήγαινες, θα έτρωγες φαγητό που θα έμοιαζε βγαλμένο από τα σκουπίδια, για να μην αναφερθώ στο τι τρως στις αγγλικές pubs.
Ο AA Gill, γράφοντας τέτοιου είδους κείμενα, εκθέτει πάνω απ’ όλα τον εαυτό του. Αλλά, δυστυχώς, στα μάτια των χιλιάδων αναγνωστών που κρέμονται από τα πικρόχολα χείλια του, εκθέτει και την Ελλάδα, την κουζίνα της, τα υλικά της, τους ανθρώπους της. Και ναι, πράγματι υπάρχουν ελληνικά εστιατόρια που ακόμα σερβίρουν τηγανισμένες σε άθλια λάδια προκάτ πατάτες και καρβουνιασμένα αγνώστου προελεύσεως κρέατα, που εύκολα τοποθετούνται στην κατηγορία food phobia, αλλά υπάρχουν και σεφ που έχουν αναδείξει την ελληνική κουζίνα σε απόλυτα γαστρονομική, υπέροχες γευστικές πρώτες ύλες και νέοι άνθρωποι με κέφι. Και όλα αυτά δεν μπορείς να τα φτύνεις έτσι. Γεια στο στόμα του Σιράκ, λοιπόν, που δύο χρόνια πριν είπε σε μια συνάντηση με τον Σρέντερ και τον Πόυτιν, το θεϊκό «Η μοναδική συνεισφορά των Βρετανών στην ευρωπαϊκή γεωργία ήταν η ασθένεια των τρελών αγελάδων. Κανείς δεν μπορεί να εμπιστευτεί ανθρώπους που μαγειρεύουν τόσο άσχημα».
Εν πάση περιπτώσει, πάντως, κάποιος από τους κρατικούς φορείς ας πάρει την πρωτοβουλία να καλέσει στην Ελλάδα δυο τρεις τέτοιους τύπους και να τους δείξει τι άλλο είναι η Ελλάδα. Σε καλό θα μας βγει. Γιατί τελικά, από ό,τι φαίνεται, έχουμε πολλά ακόμα ν’ αποδείξουμε διεθνώς.


Tags: ελληνική κουζίνα, Ντένη Καλλιβωκά

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)