CULTURE

Πήγαμε και είδαμε: ''Ο Γενικός Γραμματεύς''

newsroom must


  • Η γνώμη του Χ.Π. για τη θεατρική παράσταση στην Αθήνα.

    Η γνώμη του Χ.Π. για τη θεατρική παράσταση στην Αθήνα.

Κατεβήκαμε στο -1 του Θεάτρου ΡΕΞ στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου για να παρακολουθήσουμε το έργο «Ο Γενικός Γραματεύς» του Ηλία Καπετανάκη από την Ομάδα ΑΤΟΝΑλ σε σκηνοθεσία Σοφίας Μαραθάκη.. Έργο που παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1893 «εξήντα περίπου χρόνια μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους και λίγους μόλις μήνες προτού ακουστεί στη Βουλή το περίφημο "Δυστυχώς επτωχεύσαμε" από τον Χαρίλαο Τρικούπη» όπως εξηγεί στο πρόγραμμα η θεατρολόγος Ελένη Τριανταφυλλοπούλου. Μία «κωμωδία μετ’ασμάτων» που στην εποχή της σημείωσε τεράστια επιτυχία και παραμένει από τα σημαντικότερα δείγματα αστικής σάτιρας της ελληνικής δραματουργίας.

Έργο όπου σατιρίζονται με ιδιαίτερη ευστοχία όλα όσα χαρακτήριζαν την κοινωνία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: την κολακεία της εξουσίας, τη ξενομανία των αστών, τη διαφθορά στην κεντρική πολιτική σκηνή, τις πελατειακές σχέσεις, τις απάτες, την υποκρισία. Όλα τα τρωτά που αποτελούν το ψηφιδωτό της Ελλάδας από τον 19ο αι. έως το σήμερα. Γνωστές καταστάσεις και αναγνωρίσιμες, που ως εκ τούτου προκαλούν γέλιο αβίαστο.

Η ιστορία έχει ως εξής: Ο πλούσιος επαρχιώτης Λάμπρος ονειρεύεται αξιώματα στην Αθήνα και η γυναίκα του Πηνελόπη τη «μεγάλη ζωή» στην πρωτεύουσα. Θα το πετύχει χάρη στη υποστήριξη του στον τοπικό βουλευτή με αντάλλαγμα μια θέση στο Δημόσιο. Κι όσο εκείνος υποτάσσεται στους μηχανισμούς του πελατειακού κράτους, εκείνη θα τρώει την περιουσία τους στα αριστοκρατικά σαλόνια. Μαζί τους ξεσαλώνουν τα παιδιά τους, η άγαμη αδελφή του, ακόμα και η υπηρέτρια του σπιτιού. Πώς ανεβάζεις ένα «κωμειδύλλιο» σήμερα; Διαβάζουμε: «Η Ομάδα ΑΤΟΝΑλ πειραματίζεται με στοιχεία της σλάπστικ κωμωδίας που διαπερνούν το είδος από τον Καπετανάκη και τους αδερφούς Μαρξ μέχρι τον Γκόγκολ και το θέατρο του Παραλόγου. Η χρήση της μουσικής, επιχειρεί να αναδείξει ακόμη περισσότερο τη σάτιρα καθιστώντας το γκροτέσκο ως πυρήνα του παραστασιακού γεγονότος. Η γελοιότητα ως ριζική κατάσταση της ανθρώπινης φύσης, ως τραγική ακινησία του ατόμου, ως νομοτέλεια αλλά και ως παίγνιο είναι κεντρικός άξονας των αναζητήσεων της παράστασης».

Η Μαραθάκη λοιπόν στη δική της απόπειρα ανεβάσματος του έργου επέλεξε να χρησιμοποιήσει μια βεντάλια από είδη κωμωδίας διαπερνώντας με αυτόν τον τρόπο την ιστορία του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου. Στην πορεία της βραδιάς αποδείχτηκε πως το αποτέλεσμα έμπαζε από πολλές πλευρές. Παρόλες τις φιλότιμες προσπάθειες, παρόλο το ταλέντο όλων των συντελεστών. Κι ας διένυαν χιλιόμετρα οι ηθοποιοί πάνω κάτω ασθμαίνοντας, κι ας εκτελούσαν σλάπστικ τύπου μοτίβα, κι ας σατίριζαν με το παίξιμο τους το ντεμοντέ θέατρο μιας άλλης εποχής προκαλώντας ενίοτε το γέλιο.

Μπαίνοντας στο χώρο του θεάτρου αντικρίσαμε μία σκηνή – πάλκο ζωγραφισμένο στα πλαϊνά του με τη γαλανόλευκη. Ιδέα που δεν αποτελούσε καμία σκηνογραφική πρωτοτυπία, μάλλον μια σατιρική ευκολία (Κωνσταντίνος Ζαμάνης). Καθίσαμε στα πλάγια καθίσματα, κάτι που αποδείχτηκε σχεδόν αποτρεπτικό για την παρακολούθηση του έργου. Από την αρχή μέχρι το τέλος οι ηθοποιοί έπαιζαν κυρίως για το κοινό των κεντρικών κερκίδων. Συνεπώς ούτε τους βλέπαμε σωστά αλλά ούτε τους ακούγαμε καλά - μάλιστα αποδείχτηκε ότι αρκετοί δε διέθεταν αρετές ορθοφωνίας.

Στο βάθος δέσποζε ένας μπερντές ο οποίος στο πρώτο μέρος, όσο ακόμα βρίσκονται στην επαρχία, και οι άντρες φοράνε φουστανέλες ενώ οι γυναίκες παραδοσιακές φορεσιές, αναπαριστούσε τη γνωστή παράγκα του Καραγκιόζη. Στο δεύτερο μέρος στο μπερντέ εμφανίστηκε ο Παρθενώνας ενώ οι ηθοποιοί ήταν ντυμένοι σαν καρικατούρες απροσδιορίστου εποχής. Προφανώς η ενδυματολόγος (Βασιλική Σύρμα) και η σκηνοθέτις ήθελαν να προσδώσουν μια διάσταση καρναβαλιού, αλλά πώς να το πετύχεις αυτό με φτωχικά κι ανέμπνευστα κοστούμια βεστιαρίου που αδυνατούν να αποδώσουν την τρέλα του καρναβαλιού; Θα έλεγες ότι με τον Παρθενώνα στο φόντο δεν απείχε το αποτέλεσμα ως συνολική εικόνα από μιούζικαλ της Φίνος Φιλμ. Στόχο που επίσης πιθανόν να είχαν στο νου τους εφόσον η παράσταση διέθετε και ανάλογα στοιχεία. Αλλά κι εδώ τα πράγματα αποδείχτηκαν προβληματικά.

Όσο καλός και να είναι ο συνθέτης και ανανεωτής της οπερέτας Χαράλαμπος Γωγιός, που κλήθηκε να συμβάλει σε αυτό, η μουσική του συχνά «καπέλωνε» την πρόζα, με τραγούδια τα οποία στην πλειονότητας τους οι ηθοποιοί αδυνατούσαν να ερμηνεύσουν αξιοπρεπώς. Κοντολογίς, υπήρχαν στιγμές που η παράσταση έμοιαζε ένας αχταρμάς, κι ας αναγνωρίζαμε τις ενδιαφέρουσες σκηνοθετικές προθέσεις. Εντέλει, τι έσωσε την παράσταση; Το υπέροχο σαρκαστικό κείμενο του Καπετανάκη που περισσότερο από έναν αιώνα μετά παραμένει δροσερό, καυστικό, ευφυές και βαθύτατα ελληνικό! Χ.Π.

Πηγή athens wiz guide


Tags: θέατρο, κριτική, παράσταση, Ο Γενικός Γραμματεύς, culture

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)