ΤΑΞΙΔΙ

Μόσχα: Όταν ανοίγει η αυλαία


ΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΣΣΕΛΟΣ

Τα ιστορικά μουσικά θέατρα της ρωσικής πρωτεύουσας υποδέχονται τον ταξιδιώτη με υψηλού επιπέδου παραστάσεις όπερας, μπαλέτου και συμφωνικής μουσικής.

Η ρωσική πρωτεύουσα παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής τουριστικά –παρά τις όποιες πρακτικές δυσκολίες μπορεί να συναντήσει ο μεμονωμένος ταξιδιώτης–, κυρίως χάρη στα πολλά αξιοθέατά της. Εκτός από τα συνήθη –όπως το Κρεμλίνο, το Μουσείο Πούσκιν και η Πινακοθήκη Τρετιακόφ– η Μόσχα παρέχει μοναδικές ευκαιρίες απόλαυσης συμφωνικής μουσικής, όπερας και μπαλέτου. Αυτές δεν περιορίζονται στο διάσημο Θέατρο Μπολσόι, όπου από το 2002 λειτουργεί και η Νέα Σκηνή σε παρακείμενο κτίριο. Ο μουσικόφιλος επισκέπτης μπορεί να χαρεί παραστάσεις στο Μέγαρο Τσαϊκόφσκι της Φιλαρμονικής της Μόσχας, στη «Νέα Όπερα», στο Θέατρο Στανισλάφσκι αλλά και στο Θέατρο του Κρεμλίνου.

Η Ρωσία έχει βαθιά μουσική παράδοση ήδη από την εποχή του Τσάρου, με εμβληματικούς συνθέτες όπως ο Αλεξάντρ Μποροντίν, ο Αλεξάντρ Γκλαζουνόφ, ο Μοντέστ Μουσόργκσκι, ο Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι, ο Σεργκέι Προκόφιεφ, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Αράμ Χατσατουριάν. Η σοβιετική περίοδος δεν βοήθησε στην άνθηση της συμφωνικής μουσικής και της όπερας, δεδομένου ότι οι συνθέτες της εποχής έπρεπε να προσαρμοστούν στο «στενό» περιβάλλον του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ο δύσμοιρος ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975) το συνειδητοποίησε με οδυνηρό τρόπο όταν ο Στάλιν παρακολούθησε την όπερά του «Η λαίδη Μάκβεθ από το Μτσενσκ» και τη βρήκε «προ-σοσιαλιστική, μικροαστική και καθόλα ανάρμοστη», εγκαινιάζοντας μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία λάσπης εναντίον του συνθέτη. Γενικά, με εξαίρεση την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν λόγω της συγκυρίας είχαν χαλαρώσει οι καλλιτεχνικοί περιορισμοί, η προσπάθεια αυστηρού ελέγχου των συνθετών είχε μάλλον αρνητικό αντίκτυπο στη μουσική δημιουργία.

Ένας από τους σημαντικότερους προορισμούς για μουσική στη Μόσχα είναι η Φιλαρμονική της. Η παλαιότερη συμφωνική ορχήστρα της πόλης ιδρύθηκε το 1922 και στεγάζεται από το 1940 στο Μέγαρο Μουσικής Τσαϊκόφσκι, επί της πλατείας Μαγιακόφσκι. Έναν χρόνο αργότερα άνοιξε το Θέατρο Στανισλάφσκι, ενώ κατά τα δύο τελευταία χρόνια της ΕΣΣΔ ιδρύθηκαν το Μπαλέτο του Κρεμλίνου και η Νέα Όπερα του Κολομπόφ.


Η πρίμα μπαλαρίνα Σβετλάνα Ζαχάροβα σε πρόβα της «Ωραίας Κοιμωμένης» στο Θέατρο Μπολσόι. (Φωτογραφία: © AFP/VISUALHELLAS.GR)

Το θέατρο που κυριαρχεί, τόσο από πλευράς φήμης όσο και από άποψη μεγαλοπρέπειας, είναι το Μπολσόι (σ.σ.: σημαίνει «μεγάλο» στα ρωσικά), το οποίο άνοιξε το 1825. Έπειτα από επανειλημμένες ανακαινίσεις και ριζικές ανακατασκευές –η πιο πρόσφατη, της περιόδου 2005-2011, στοίχισε περισσότερα από 1 δισ. ευρώ–, το εμβληματικό κτίριο βρίσκεται ξανά στη διάθεση του κοινού, επιδεικνύοντας την παλιά τσαρική του αίγλη και τη θαυμάσια ακουστική του που είχε ταλαιπωρηθεί ιδιαίτερα κατά τη σοβιετική περίοδο. Αν και στο εξωτερικό φημίζεται κυρίως για το ομώνυμο μπαλέτο, το Μπολσόι ανεβάζει εξίσου συχνά όπερες αλλά και συναυλίες συμφωνικής μουσικής. Το μπαλέτο όμως παραμένει ο πυρήνας της ύπαρξής του, με τα πάθη των συντελεστών να εξάπτονται και εκτός σκηνής: το 2013 ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής Σεργκέι Φιλίν δέχτηκε επίθεση με οξύ στο πρόσωπο, για την οποία καταδικάστηκε για ηθική αυτουργία ο χορευτής Ντμιτριτσένκο, που φέρεται να ήταν δυσαρεστημένος από τον παραγκωνισμό του.

Οι τιμές για μια θέση στο ιστορικό θέατρο ή στη Νέα Σκηνή αρχίζουν από 25 ευρώ και φτάνουν στο δεκαπλάσιο του ποσού αυτού ανάλογα με την παράσταση και τον τρόπο αγοράς του εισιτηρίου. Προτιμήστε να κάνετε κράτηση μέσω διαδικτύου εάν δεν θέλετε να πληρώσετε ένα απρόβλεπτο «καπέλο» στον concierge του ξενοδοχείου σας. Στις παραστάσεις τόσο του μπαλέτου όσο και της όπερας παρουσιάζονται έργα Ρώσων και Ευρωπαίων συνθετών. Το αποτέλεσμα είναι υψηλού επιπέδου, παρότι στην περίπτωση της όπερας δεν φτάνει τα κορυφαία θέατρα διεθνώς.

Κάθε θέατρο και το κοινό του

Αυτό που έχει μοναδικό ενδιαφέρον τόσο στο Μπολσόι όσο και στα άλλα θέατρα είναι η ανθρωπογεωγραφία του κοινού. Περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα θεατών – από σοβιετικού τύπου λάτρεις της μουσικής, avant-garde τοπική ιντελιγκέντσια, τουρίστες, καθώς και εκπροσώπους της νέας γενιάς ευκατάστατων Ρώσων που πηγαίνουν απλώς για να δώσουν το «παρών». Γι’ αυτό δεν θα πρέπει να παραξενευτείτε εάν οι διπλανοί σας ελέγχουν τα e-mails τους ή τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατά τη διάρκεια της παράστασης, πρακτικές οι οποίες ουδόλως προσθέτουν στην απόλαυση του θεάματος. Ενδιαφέρον έχουν και οι συντηρητικά ντυμένες ταξιθέτριες, πιεστικές όταν πουλούν το πρόγραμμα της παράστασης και ασύλληπτα γρήγορες στην γκαρνταρόμπα.


To Mέγαρο Μουσικής Τσαϊκόφσκι. (Φωτογραφία: © Egor Rogalev)

Αντιθέτως, στις συναυλίες στο ιστορικό Μέγαρο Τσαϊκόφσκι της Φιλαρμονικής της Μόσχας, η συμπεριφορά του κοινού είναι άψογη. Για τον Σοστακόβιτς η Κρατική Φιλαρμονική ήταν «ένα είδος πανεπιστημίου, το οποίο παρακολουθούν εκατομμύρια θεατές και χιλιάδες μουσικοί», με τεράστια σημασία στη μουσική ζωή του τόπου. Το μέγαρο εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 1940, λίγους μήνες πριν από τον «Μεγάλο Πατριωτικό πόλεμο» όπως είναι γνωστός στη Ρωσία ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αρχιτεκτονικά προσπαθεί να συγκεράσει τον εγγενή αστικό χαρακτήρα της υψηλής μουσικής με τις επιταγές του «υπαρκτού σοσιαλισμού», παρουσιάζοντας ένα ενδιαφέρον όσο και παράξενο αποτέλεσμα. Στη μεγάλη αίθουσα με τα βελούδινα καθίσματα ακούστηκαν για πρώτη φορά η 7η συμφωνία του Προκόφιεφ, η 11η συμφωνία του Σοστακόβιτς, ενώ στη μακρά ιστορία της έχει φιλοξενήσει θρύλους της μουσικής, όπως ο Σβιατοσλάβ Ρίχτερ, ο Μστισλάβ Ροστροπόβιτς, ο Πάμπλο Καζάλς, και μοναδικούς διευθυντές ορχήστρας, μεταξύ των οποίων οι Στοκόφσκι, Μαζούρ και Μπερνστάιν.

  
Συναυλία στο Μέγαρο Τσαϊκόφσκι. (Φωτογραφία: © AFP/VISUALHELLAS.GR)

Ο τυχερός επισκέπτης μπορεί να ακούσει έργα που παίζονται σπάνια, όπως η όπερα «Θησέας» του Γκέοργκ Χέντελ που ανέβηκε πριν από λίγους μήνες, σε συναυλιακή μορφή. Σε αυτές τις παραστάσεις δεν βλέπει κανείς τουρίστες, οι οποίοι προτιμούν το Μπολσόι, ή εκπροσώπους της «πλουτοκρατίας». Το κοινό εδώ αποτελούν ακροατές με μεγάλο ενδιαφέρον για τη συμφωνική μουσική. Εκτός από το Μέγαρο Τσαϊκόφσκι, η Φιλαρμονική εμφανίζεται και στη «Μεγάλη Αίθουσα του Ωδείου της Μόσχας» στην οδό Νικίτσκαγια, καθώς και την αίθουσα συναυλιών «Ραχμάνινοφ» στο Ολυμπιακό Χωριό. Δυστυχώς, σε αντίθεση με το Μπολσόι, δεν μπορείτε να αγοράσετε εισιτήριο μέσω της ιστοσελίδας της, γιατί ο χρήστης απαιτείται να είναι κάτοχος ρωσικού αριθμού τηλεφώνου.

Αν αγαπάτε τη μουσική, κρατήστε οπωσδήποτε μια βραδιά για το Θέατρο Στανισλάφσκι & Ντεμίρομιτς-Νταντσένκο, αποτέλεσμα συγχώνευσης το 1941 των δύο ιστορικών θεάτρων που ιδρύθηκαν το 1918 και το 1919 αντίστοιχα. Φιλοξενείται στο υπέροχο θέατρο Ντιμιτρόφσκι, επί της ομωνύμου λεωφόρου, που χρονολογείται από το 1938. Το Στανισλάφσκι ανεβάζει παραστάσεις όπερας και μπαλέτου από το δυτικό και το ρωσικό ρεπερτόριο. Οι τιμές των εισιτηρίων κυμαίνονται από 15 έως 70 ευρώ, ανάλογα με τη θέση και την παράσταση.  


ΝΕΑ ΟΠΕΡΑ ΚΟΛΟΜΠΟΦ ( Φωτογραφία: © AFP/VISUALHELLAS.GR)

Η Νέα Όπερα –με παραστάσεις σχεδόν αποκλειστικά λυρικού θεάτρου– ιδρύθηκε το 1991 από τον μαέστρο Κολομπόφ, που τη σφράγισε με την προσωπικότητά του έως τον πρόωρο θάνατό του το 2003. Στεγάζεται στο ανακαινισμένο Θέατρο των Καθρεπτών, 700 θέσεων, που χτίστηκε το 1910 στον κήπο Ερμιτάζ της Μόσχας.  

Ο φιλόμουσος επισκέπτης, λοιπόν, δύσκολα θα απογοητευτεί με τις υψηλού επιπέδου παραστάσεις, σε σχετικά χαμηλές τιμές, που θα δει στη Μόσχα. 

 

Διαβάστε περισσότερα εδώ


Tags: ταξίδι, μόσχα

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)