ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ζ. Λάσκαρη-Μ.Ε. Λυκουρέζου: Μία αναπάντεχη συνάντηση

Κωνσταντίνος Αρτσίτας


  • Είναι θλιβερό να «κατρακυλάς» στη χαράδρα και να μην σε απασχολεί η επικείμενη συντριβή σου, αλλά οι επεμβάσεις του διπλανού σου...

    Είναι θλιβερό να «κατρακυλάς» στη χαράδρα και να μην σε απασχολεί η επικείμενη συντριβή σου, αλλά οι επεμβάσεις του διπλανού σου...

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Αρτσίτα

Μετά από πολλά χρόνια επιστρέφετε στην κωμωδία. Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;
Ζ.Λ.
Είναι τριάντα δύο χρόνια από την τελευταία φορά που έπαιξα κωμωδία. Το «Η Ντόρις και ο Γυαλάκιας» με τον Κώστα Καρρά. Είναι μια αίσθηση πολύ διασκεδαστική, πολύ χαλαρωτική. Το είχα ανάγκη, το ήθελα πολύ.

Πώς είναι να κάνεις θέατρο στην Ελλάδα του 2015; Ποιες οι διαφορές από παλιά;
Ζ.Λ.
Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο. Αλλά είναι και λατρεία το θέατρο. Και δεν είναι δύσκολο μόνο σε σχέση με την κρίση. Ένας πολυμελής θίασος, μια μεγάλη παραγωγή, είναι δαπανηρά. Και στην Αθήνα γίνονται πολύ ενδιαφέροντα πράγματα στο θέατρο ακόμα και την περίοδο της κρίσης. Εμπνέει η κρίση, σε πολλά επίπεδα. Γιατί αν υπάρχει ταλέντο, στην υποκριτική, στη σκηνοθεσία, σε όλα, έχεις να βγάλεις πολλά πράγματα από μέσα σου, να εκφραστείς σε περιόδους τέτοιες. Σου δίνεται η ευκαιρία να αποκτήσει η τέχνη σου κάποιο νόημα. Ακόμα πιο βαθύ, πιο ανθρώπινο. Η βασική διαφορά από παλαιότερα είναι πως δεν αποτελεί πια μια θεατρική παράσταση πραγματικό γεγονός, αυτό που λένε οι νεότεροι «talk of the town». Ίσως γιατί έχουμε έλλειμμα προσωπικοτήτων. Προσωπικοτήτων που έκαναν θέατρο και που παρακολουθούσαν θέατρο. Ήταν μια εποχή προσωπικοτήτων εφ’ όλης της ύλης: Ηθοποιοί, συγγραφείς, συντελεστές, σκηνοθέτες, κριτικοί, κοινό. Λείπει πολύ από τις μέρες μας αυτό.

Έχετε αναγνωρίσει νέους ταλαντούχους ηθοποιούς και σκηνοθέτες; Πώς είναι η συνεργασία σας με τον Νίκο Μουτσινά;
Ζ.Λ.
Υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά. Κάνουν πολύ σπουδαία πράγματα στο θέατρο. Αυτή τη στιγμή που μιλάμε παίζονται παραστάσεις διαμάντια. Και είμαι ενθουσιασμένη, χαρούμενη πολύ, που γίνονται όλα αυτά τα πράγματα και που βλέπω νέα παιδιά, πολύ νέα παιδιά να κάνουν στο θέατρο τόσο ωραία πράγματα. Υπάρχει λοιπόν κάτι, υπάρχει ταλέντο, μπορεί να μην είναι αναγνωρισμένο ακόμα στην έκταση και στον βαθμό που θα χρειαζόταν. Και λέω χρειαζόταν, γιατί η κάθε κοινωνία που βρίσκεται σε κρίση χρειάζεται τους ταλαντούχους ανθρώπους. Αλλά κανένας ταλαντούχος άνθρωπος δεν χάνεται. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Νίκος Μουτσινάς, που με ρωτήσατε. Είναι ένα πολυτάλαντο παιδί, γράφει πανέξυπνα, σπιρτόζικα κείμενα, έχει ένα σεβασμό στην κωμωδία και επιπλέον σκηνοθετεί δημιουργικά. Είχαμε μια εξαιρετική συνεργασία γιατί ξέρει να μεταδίδει με έναν μοναδικό τρόπο τις σκηνοθετικές του δεξιότητες. Έγραψε και έστησε ένα διασκεδαστικό έργο, μια κωμωδία με ήρωες βγαλμένους κατευθείαν από την ελληνική οικογένεια.

Υπήρξε κάποια στιγμή στην καριέρα σας που είπατε «τα παρατάω»;
Ζ.Λ. Καμία στιγμή. Δεν σκέφτηκα ποτέ να παρατήσω ή να παραιτηθώ. Δούλεψα πολύ σκληρά και οι δυσκολίες με «μουλάρωναν» περισσότερο, με πείσμωναν. Γιατί με ενδιέφερε να κάνω καλά αυτό που έκανα και να περνάω και καλά, να ζω τη ζωή μου. Και ήξερα από πολύ μικρή πως αν έχεις φυσικά ταλέντα και αν δουλέψεις πολύ, αν συνδυάσεις αυτά τα δύο, μπορεί να ζήσεις μια ισορροπημένη ζωή ανάμεσα στο επάγγελμα και την προσωπική ζωή. Και νομίζω πως αυτό το κατάφερα.

Κάποια βήματα έχουν γίνει στον ελληνικό κινηματογράφο και πλέον έχουμε δει και διεθνείς διακρίσεις για ταινίες όπως του Λάνθιμου. Πιστεύετε πως η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να εξάγει καλό υλικό στο εξωτερικό;
Ζ.Λ.
Μου δίνεις την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω κάτι. Υπάρχουν κάποια είδη ταινιών που εμένα προσωπικά δεν με συγκινούν. Δεν μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον. Όπως εσένα μπορεί να μην σε συγκινεί ένα άλλο είδος κινηματογράφου. Τα σπλάτερ για παράδειγμα εγώ δεν μπορώ να τα δω. Αυτό δεν σημαίνει πως μια ταινία δεν μπορεί να είναι άριστη στο είδος αυτό. Άριστη σκηνοθετικά, σεναριακά, στα πάντα. Φυσικά κι έχουν γίνει βήματα στον ελληνικό κινηματογράφο. Θα ήταν θλιβερό να μην έχουν γίνει. Ξέρεις κάτι; Όλα εξελίσσονται, δεν γίνεται να μένουν στάσιμα. Ο ελληνικός κινηματογράφος ακολουθεί έναν άλλο δρόμο, μια προσπάθεια να αφουγκραστεί τις σύγχρονες αξίες και αγωνίες, που δεν είναι φυσικά ίδιες με αυτές του ’60 ή ακόμα και του ’80. Είναι σημαντικό να διακρίνονται ελληνικές ταινίες στο εξωτερικό. Σημαίνει πως υπάρχει στο θέμα τους ένας οικουμενισμός, μια αντίληψη της ανθρωπότητας ως σύνολο, και προφανώς αυτό συγκινεί τους ανθρώπους στο εξωτερικό. Βλέπουν ένα φιλμ που η θεματική του τους αφορά. Ως εκ τούτου, ναι, όσο υπάρχουν κινηματογραφιστές που μπορούν και συγκινούν ένα σύνολο ανθρώπων που τους ενώνει η πανανθρώπινη περιπέτεια και αγωνία, φυσικά και θα ευδοκιμεί ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος στο εξωτερικό.

Πώς βλέπετε την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα; Είναι μια οικονομική κρίση ή και κρίση αξιών;
Ζ.Λ.
Μα πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε; Τι σημαίνει «οικονομική κρίση», τουλάχιστον όσον αφορά στο ελληνικό μοντέλο; Πως ως κράτος ξοδεύαμε περισσότερα από αυτά που κερδίζαμε. Αυτό από μόνο του δεν είναι μια αξιακή κρίση; Να ξοδεύεις περισσότερα από αυτά που έχεις; Γιατί το κάνεις; Γιατί θέλεις να γίνεις κάτι που δεν μπορείς να είσαι; Και θες να γίνεις γρήγορα αυτό το «κάτι». Και θες να περνάς μόνο καλά. Αν γίνεται να περνάς μόνο καλά και να εργάζεσαι και λιγότερο αυτό θα ήταν πια το ιδανικό, σύμφωνα με το ξοφλημένο αυτό μοντέλο. Και έτσι έγινε. Επομένως υπάρχει ένα πρόβλημα, σχεδόν υπαρξιακό, που μας έφτασε στο σημείο να σκάσει η φούσκα. Όταν λοιπόν λέω πως πρέπει να ενηλικιωθούμε, εννοώ αυτό ακριβώς. Να επαναπροσδιορίσουμε πέντε-δέκα βασικές αξίες μέσα από τις οποίες θα αποκτήσει νόημα η ύπαρξή μας, ως άνθρωποι και ως πολίτες. Με περιφρόνηση των νόμων, με απαξίωση της φορολογίας, με δυο πανάκριβα αυτοκίνητα, με δυο τρίπατα και με ένα πρώτο τραπέζι μόνιμα πίστα, το οποίο μάλιστα αισθάνεσαι πως σε καθορίζει και ως άνθρωπο, είναι νομίζω περιττό να αναρωτιόμαστε τι είδους κρίση περνάμε.

Φανταζόσασταν ποτέ ότι θα ανέβετε στο σανίδι με την κόρη σας;
Ζ.Λ.
Δεν φαντάστηκα πολύ πιο απίθανα πράγματα που μου συνέβησαν στη ζωή μου. Θέλω να πω πως δεν φαντάζομαι τίποτα, με την έννοια μιας κάποιας προσδοκίας. Η συνεργασία με τη Μαρία Ελένη προέκυψε έπειτα από πρόταση του Νίκου και την βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και συναρπαστική. Και το έκανα.
Μαρία Ελένη, είναι γνωστή η αγάπη σου για τον χορό και το θέατρο. Πώς αισθάνεσαι που φέτος ανέβηκες στη σκηνή δίπλα στη μητέρα σου; 
Μ.Ε.Λ. Αισθάνομαι πάρα πολύ χαρούμενη. Είναι πολύ ωραία όλη η διαδικασία. Ευχαριστώ τον Νίκο Μουτσινά και τη μητέρα μου γι’ αυτή την ευκαιρία.

Πώς έγινε αυτή η συνεργασία μεταξύ σας;
Μ.Ε.Λ.
Ο Νίκος με πρότεινε και, ενώ στην αρχή δεν ήμουν και πολύ σίγουρη, μετά όταν το ξανασκέφτηκα είπα με τρέλα «ναι»!
Έχει υπάρξει η έμπνευσή σου όλα αυτά τα χρόνια;
Μ.Ε.Λ. Αν η μητέρα μου είναι η έμπνευσή μου; Όχι, δεν το βλέπω έτσι. Δεν πάω να γίνω μια πολύ καλή αντιγραφή. Σαφέστατα έχω επιρροές όσον αφορά στη ζωή μου και από τους δύο γονείς μου. Λογικό είναι οι άνθρωποι που μας μεγαλώνουν να μας στιγματίζουν κιόλας. Αλλά ως εκεί.

Πώς είναι να δουλεύετε μαζί;
Ζ.Λ.
Όπως είναι με όλους τους ηθοποιούς. Είμαστε μια εκπληκτική ομάδα, μια όμορφη παρεούλα, περνάμε καλά και θέλουμε να μοιραστούμε αυτό το κέφι με τον κόσμο.

Την έχετε συμβουλεύσει; Και αν ναι, τι συμβουλές της έχετε δώσει;
Ζ.Λ.
Είναι πάγια αρχή μου, από πολύ μικρό κορίτσι: Δεν συμβουλεύω. Θεωρώ μεγάλη υπεροψία να νομίζει κάποιος πως μπορεί να συμβουλεύει. Με τους ανθρώπους μοιραζόμαστε τις εμπειρίες μας. Λέμε «εμένα μου συνέβη αυτό» ή «εμένα η γνώμη μου είναι αυτή». Έτσι λειτουργώ. Κοίταξε, οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι. Και είναι και διαφορετικοί. Με ποιο δικαίωμα, ποιο θράσος θα συμβουλεύσω εγώ τον άλλον; Ως τι; Ως σοφή; Θα ήμουν μόνο γελοία.

Εσύ, Μαρία Ελένη, ζητάς συμβουλές από εκείνη ώστε να γίνεσαι καλύτερη;
Μ.Ε.Λ.
Με τη μητέρα μου μπορώ να συζητήσω τα πάντα. Ποτέ δεν θα με κανακέψει και δεν θα με λυπηθεί ή θα μου πει ότι πάντα έχω δίκιο. Μου αρέσει γιατί με αντιμετωπίζει αντρίκια. Και αυτό έμενα με δυναμώνει. Δεν μου χαρίζεται.

Δεν φοβάσαι τη σύγκριση μαζί της;
Μ.Ε.Λ.
Δεν φοβάμαι τέτοια πράγματα. Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που σε πάει πίσω. Να φοβηθώ τι; Είμαι η Μαρία Ελένη και ξέρω πολύ καλά τι αξίζω. Τη μητέρα μου τη θαυμάζω, την λατρεύω, αλλά εξελίσσομαι μαζί της. Δεν την ανταγωνίζομαι.

Έχουν υπάρξει μικροεντάσεις μεταξύ σας;
Ζ.Λ.
Αν εννοείς στη σκηνή, στις πρόβες, όχι, ποτέ. Κοίταξε, το είπα και πριν. Είμαστε μια ομάδα. Και ακολουθούμε κατά γράμμα τις οδηγίες του σκηνοθέτη. Δεν υπάρχουν ούτε βεντετισμοί, ούτε καπρίτσια, ούτε νάζια. Υπακούμε, αν μπορώ να το πω έτσι, σε αυτό που διδάσκει ο σκηνοθέτης. Επομένως, θα ήταν ανόητο να έχουμε εντάσεις. Είμαστε συνεργάτες, δεν υπάρχει χώρος για συγγένειες και διαπροσωπικές σχέσεις στη δουλειά.

Τα παιδιά διάσημων γονιών δεν γίνονται εύκολα αποδεκτά. Ισχύει στη δική σας περίπτωση;
Ζ.Λ.
Έχω πολλές περιπτώσεις στο μυαλό μου, και στην Ελλάδα και έξω, όπου τα παιδιά διασήμων έγιναν αποδεκτά. Και σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα ακόμα πιο αποδεκτά και δημοφιλή από τους γονείς τους. Αν το παιδί δεν έχει την κόμπλα της κατωτερότητας, πως δηλαδή γεννήθηκε από δυο διάσημους, όπως τους λες, γονείς, τότε δεν θα έχει κανένα πρόβλημα να κάνει σπουδαία πράγματα. Με την προϋπόθεση πως δεν βρίσκεται συνεχώς υπό τη σκιά των γονιών του. Πως δεν αισθάνεται ευνουχισμένος από τη φήμη των γονιών του. Με τη Μαρία Ελένη δεν υπήρξαν ποτέ τέτοια θέματα. Είναι ανεξάρτητη, αυτόνομη, έχει μια εντελώς δική της προσωπικότητα, τα δικά της ταλέντα, και να σου πω και κάτι; Δεν την αφορά καθόλου αν οι γονείς της είναι διάσημοι. Τους αγαπάει γιατί είναι οι γονείς της.
Μ.Ε.Λ. Πάνε χρόνια με αύτη την ιστορία! Νομίζω, όμως, ότι αν δεν ασχολείσαι και κάνεις αυτό που γουστάρεις, τα πάντα είναι πιο ωραία.

Μαρία Ελένη, σου άνοιξαν ευκολότερα πόρτες λόγω του ονόματός σου;
Μ.Ε.Λ.
Το ότι μπορεί μια πόρτα να ανοίξει δεν σημαίνει ότι δεν κλείνει έτσι εύκολα όπως άνοιξε! Δεν πιστεύω σε χάρες. Πιστεύω στη δυναμική του καθενός. Όλοι μας σε κάτι αξίζουμε.

Ποιο είναι το μυστικό για έναν επιτυχημένο γάμο, κυρία Λάσκαρη;
Ζ.Λ.
Κανένα. Δεν υπάρχει μυστικό. Δεν υπάρχει συνταγή. Δεν υπάρχει μπούσουλας. Μιλώντας για διαφορετικότητα των ανθρώπων πριν, εννοούσα και αυτό. Δεν είναι όλοι οι γάμοι ίδιοι γιατί δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, πιστεύω πως η κατανόηση της εξέλιξης του ανθρώπου και επομένως του ίδιου του γάμου βοηθάει στην υπέρβαση με μεγαλύτερη ευκολία. Γιατί το ζητούμενο, μεταξύ άλλων, είναι και αυτό: Να υπερβείς τον εαυτό σου και τη συνήθεια.

Σαν μητέρα πώς είναι η Ζωή Λάσκαρη; Ήταν μια μοντέρνα μαμά στα νεανικά σου χρόνια;
Μ.Ε.Λ.
Πάντα η μαμά μου ήταν πολύ μπροστά σαν άνθρωπος. Δεν είχε καμία σχέση με τις άλλες μαμάδες γύρω μου. Είναι αυτό που λέμε «ροκ σταρ»!

Στην εφηβεία σου της αποκάλυπτες τα ερωτικά σου; Σήμερα της μιλάς για την προσωπική σου ζωή;
Μ.Ε.Λ.
Όπως είπα και πριν, μιλάμε για τα πάντα. Απλά υπάρχουν περίοδοι που είμαι και λίγο κρυψίνους. Δεν είμαι πάντα της συζήτησης. Μου αρέσει να κρατάω πράγματα για μένα.

Ο χρόνος φθείρει τους πάντες. Ποια η σχέση σας μαζί του κυρία Λάσκαρη;
Ζ.Λ.
Προφανώς μιλάς για τον χρόνο όπως αποτυπώνεται πάνω στο σώμα. Ζήτημα που δεν με αφορά καθόλου. Επιθυμώ να έχω ένα υγιές σώμα, μια εμφάνιση υγιή. Από κει και πέρα υπάρχει και κάτι εσωτερικό. Κάτι βαθύτερο. Και εκεί ο χρόνος υπήρξε πολύτιμος βοηθός μου. Γιατί ωριμάζεις και αρχίζεις να διακρίνεις, να επιλέγεις, να ξεδιαλέγεις, να σοτάρεις τα πράγματα και να λες πως, ναι, εμένα πια με αφορά αυτό ή δεν με αφορά καθόλου το άλλο. Κατασταλάζεις σε πέντε-δέκα βασικά πράγματα που ο χρόνος σε βοήθησε να καταλάβεις πόσο σημαντικά ήταν. Ξέρεις, όταν περνάς πια τα εβδομήντα δεν επιτρέπεται να σε αφορά ο χρόνος με την έννοια της σωματικής φθοράς. Είναι μεγάλη ταλαιπωρία αυτό, μια αγωνία που σε κατατρώει, σε ρημάζει. Είμαι αρκετά μεγάλη και αισθάνομαι και πολύ ώριμη για να κάθομαι να σπαταλάω την πολύτιμη ενέργειά μου σε μια ανώφελη μάχη με τον χρόνο. Άσε που δεν το έκανα και ποτέ. Ευχαριστώ πολύ τον χρόνο που με βοήθησε να γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος.

Τελευταία έχει γίνει θέμα με κάποιες γυναίκες της σόουμπιζ οι οποίες παρεξηγούνται όταν τις ρωτούν για τις αισθητικές παρεμβάσεις που έχουν κάνει επάνω τους. Θεωρείτε προσβλητική μια τέτοια ερώτηση;
Ζ.Λ.
Με ρωτούσες νωρίτερα για την οικονομική κρίση και τις αξίες. Είδες λοιπόν; Τι κοινωνία είναι αυτή που έχει απέναντί της έναν άνθρωπο και η απορία που έχει για αυτόν είναι αν και πόσες επεμβάσεις έχει κάνει; Τι νόημα έχει αυτό, για πες μου; Σε τι ωφελεί; Πού κάνει καλύτερο έναν άνθρωπο αν μάθει πόσες επεμβάσεις έχω κάνει; Σε τι του χρησιμεύει; Και στην τελική, τι τον αφορά; Δεν θεωρώ καμία ερώτηση προσβλητική. Υπάρχουν μόνο ηλίθιες ερωτήσεις από κουτοπόνηρα περιοδικατζίδικα και τηλεοπτικά λαγωνικά, και τα τελευταία χρόνια και από κουτοπόνηρα ιντερνετικά λαγωνικά. Υπάρχει βέβαια και ένα απωθημένο, μια χολή κάποιων που μισούν τη ζωή που έζησαν και όσα έκαναν. Που δεν θέλουν να ξέρουν τίποτα για το παρελθόν τους. Αυτό όλο το «όγκωμα» μιας ζωής που πια δεν αντέχουν, σε συνδυασμό με το ότι δεν θα ανέβουν ποτέ κατηγορία -μόνιμοι κάτοικοι της Δ’ Εθνικής- τους κάνει πολύ κακούς και χολερικούς με τους συνανθρώπους τους. Καταλαβαίνεις λοιπόν την παρακμή ενός τόπου και από αυτές τις ερωτήσεις, που προσωπικά αντιμετωπίζω με πολλή πλάκα. Σπάω πλάκα που στο τέλος γίνεται θλίψη, γιατί είναι θλιβερό να «κατρακυλάς» στην χαράδρα και να μην σε απασχολεί η επικείμενη συντριβή σου, αλλά οι επεμβάσεις του διπλανού σου.

Η εγγονή σας, Ζένια Μπονάτσου, σπουδάζει υποκριτική. Την καθοδηγείτε ώστε να πάει μπροστά στον χώρο;
Ισχύει η ίδια ακριβώς απάντηση που σου έδωσα προ ολίγου για τις συμβουλές στη Μαρία Ελένη.

Στο έργο η μητέρα σου ενσαρκώνει μια πεισματάρα πεθερά που απορρίπτει κάθε σύντροφο του γιου της. Έχεις ζήσει κάτι τέτοιο; Θα σε επηρέαζε αν είχε η μητέρα σου αρνητική γνώμη για κάποιον σύντροφό σου;
Μ.Ε.Λ.
Οι σύντροφοι που επιλέγω να είναι δίπλα μου είναι άντρες. Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουν πώς πρέπει να είναι με τη μητέρα τους. Προσωπικά, αγαπώ τις μαμάδες των συντρόφων μου, δεν τις ανταγωνίζομαι. Μου αρέσει η έννοια της οικογένειας. Όσο για τη μητέρα μου; Συμφωνούμε σε πάρα πολλά.

Από εδώ και πέρα θα συνεχίσεις την ενασχόλησή σου με την υποκριτική;
Μ.Ε.Λ.
Ναι, είναι κάτι με το οποίο θέλω να συνεχίσω να ασχολούμαι.
Είσαι ανοιχτή στις κριτικές; Σε επηρεάζουν οι αρνητικές κριτικές;
Μ.Ε.Λ. Δεν διαβάζω τίποτα. Καμιά κριτική. Ούτε τις καλές ούτε τις κακές. Κάνω αυτό που είναι να κάνω και τίποτα άλλο.

Τι άλλο θα θέλατε να κάνετε στο θέατρο; Έχετε εκπληρώσει όλα σας τα όνειρα, κυρία Λάσκαρη; 
Ζ.Λ.
Δεν έχω κάνει ποτέ όνειρα. Μία πασίγνωστη παροιμία λέει πως όταν ο άνθρωπος κάνει όνειρα ο Θεός γελάει. Κάνω κάθε φορά μερικά σχέδια για το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, ίσα-ίσα ένα βασικό πρόγραμμα, και αυτό όσον αφορά στη δουλειά μου. Τα ίδια ισχύουν φυσικά και για το θέατρο. Δεν έχω σύνδρομο στέρησης ρόλων. Ούτε ρόλων που έπαιξα ούτε ρόλων που θα ονειρευόμουν να παίξω. Έπαιξα σε μεγάλα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, με μεγάλους σκηνοθέτες και σπουδαίους ηθοποιούς. Να έχουμε την υγειά μας και να είμαστε καλά. Για όλα τα υπόλοιπα θα έρθει η κατάλληλη ώρα.  


Tags: Ζωή Λάσκαρη, Μαρία Ελένη Λυκουρέζου, συνεντεύξεις

Σχόλια

(Πρέπει να συνδεθείτε για να μπορέσετε να σχολιάσετε αυτο το Άρθρο)